Ποιοι είμαστε, Αυτόνομο σχήμα μαθηματικού/Φθινόπωρο 2011

Written by  on December 14, 2011 

Σε μια εποχή ραγδαίων μεταβολών, μια περίοδο που το πολιτικό και οικονομικό σύστημα κλονίζονται, που οι κοινωνικές μας σχέσεις αμφισβητούνται, αναπόφευκτη αλλά και απαραίτητη είναι η διαμάχη για επίμαχα ζητήματα, οι απαντήσεις των οποίων οδηγούν σε δυο διαφορετικές κατευθύνσεις. Είτε τον ατομικό συμβιβασμό είτε την συλλογικοποιημένη άρνηση.Ένα τέτοιο θέμα έντονης διαμάχης είναι και το πανεπιστήμιο, καθώς η γνώση που παρέχει και παράγει είναι καταλυτική τόσο για τη διαμόρφωση του κοινωνικού μοντέλου όσο και για την κίνηση της οικονομίας. Κάνοντας μια προσπάθεια να αντιληφθούμε τις κοινωνικές διεργασίες, πέρα από  τα αμφιθέατρα, παρατηρούμε φαινόμενα, δομές και λειτουργίες του πανεπιστημίου τα οποία μας βρίσκουν ασύμφωνους για τον απλό λόγο ότι δεν ωφελούν τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου. Γι αυτό  εκφράζουμε την αντίθεσή μας σε φαινόμενα όπως η εκμετάλλευση της εκπαίδευσης από την αγορά, ο ανταγωνισμός, και κάποιες εκφάνσεις και μοχλούς αυτών των φαινομένων όπως η αξιολόγηση, το άσυλο και όχι μόνο, προσπαθώντας να ξεδιαλύνουμε το μύθο της υποτιθέμενης προοδευτικότητας και εκσυγχρονισμού αυτού του μοντέλου όπως προβάλλεται.

Όσον αφορά στην ανάμειξη της αγοράς στην εκπαίδευση, η σχέση που δημιουργείται δεν είναι μια σχέση αμφίδρομης ωφέλειας, αλλά μια σχέση εκμετάλλευσης και υποταγής της γνώσης στην αγορά που ουδεμία σχέση έχει με την ευημερία της κοινωνίας. Με τη νομιμοποίηση της χρηματοδότησης των πανεπιστημίων από ιδιώτες το κράτος επισήμως απαλλάσσεται από αυτήν την ευθύνη κι έτσι η χρηματοδότηση καταλήγει να είναι ουσιαστικά ένα μέσο εκβιασμού για τη λειτουργία του πανεπιστημίου. Το πρόγραμμα σπουδών και η κατεύθυνση της έρευνας λοιπόν διαμορφώνονται έτσι ώστε η να ωφελείται η εκάστοτε χρηματοδότρια επιχείρηση (ας μην εκπλαγούμε εάν στο άμεσο μέλλον δούμε στο τμήμα μηχανολόγων μηχανικών για παράδειγμα να διδάσκονται μάθημα για τους κινητήρες της τάδε αυτοκινητικής βιομηχανίας -έχει συμβεί  στις ΗΠΑ). Δεν μπορούμε παρά να είμαστε ενάντια σε κάτι τέτοιο, καθώς οι ανάγκες της αγοράς όχι μόνο δε συμβαδίζουν με την αντιμετώπιση των πραγματικών προβλημάτων μας, αλλά λειτουργούν σε βάρος της, καθώς η αγορά είναι δομικό στοιχείο του καπιταλισμού(που εκφράζεται με το «από εμάς για αυτούς»). Μια εκπαίδευση η οποία είναι εργαλείο της εξυπηρέτησης της αγοράς δε διατίθεται να συμβάλλει στην αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η φτώχεια, οι ασθένειες, η ενέργεια και κάθε πραγματικά επιτακτικού θέματος. Άλλωστε τα καταναλωτικά πρότυπα είναι γνωστά και έτσι μπορούμε να έχουμε παραπάνω από μια ιδέα σχετικά με την κατεύθυνση που θα πάρει η εκπαίδευση. Άμεσο παράδειγμα από τη σχολή μας είναι το ολοένα και μετατρεπόμενο πρόγραμμα σπουδών, στο οποίο ο τομέας της γεωμετρίας έχει πλέον συγχωνευθεί με της ανάλυσης. Το διδακτικό κενό που έχει προκύψει στον τομέα μετά τη συνταξιοδότηση καθηγητών μένει σκόπιμα ακάλυπτο καθώς η γεωμετρία δεν είναι κλάδος που θα συμβάλλει ιδιαίτερα στις αγορές. Σε αντιδιαστολή, ο τομέας στατιστικής και επιχειρησιακής έρευνας ενισχύεται ολοένα και περισσότερο, καθώς η ανάπτυξή του θα ωφελήσει – όπως λέει και το όνομα – τις ανάγκες των επιχειρήσεων.

Για τη στήριξη του παραπάνω προτύπου που προωθείται, σημαντικά στοιχεία είναι η αξιολόγηση, η εντατικοποίηση και ο ανταγωνισμός. Η αξιολόγηση  δεν είναι παρά το μέσο για τη νόμιμη παρέμβαση των αγορών στα προγράμματα σπουδών και την έρευνα, που μάλιστα παρουσιάζεται και ως ένα δήθεν εγχείρημα του κράτους για την πάταξη της αναξιοκρατίας. Απτό παράδειγμα από τη σχολή μας συνιστά η παρέμβαση εξωπανεπιστημιακών αξιολογητών με την εισήγηση της συρρίκνωσης της διάρκειας της εξεταστικής από τέσσερις σε τρεις εβδομάδες.  Επιπλέον, η εσωτερική αξιολόγηση μπορεί μεν να παρουσιάζεται ως εργαλείο ενάντια στην καθηγητική ασυδοσία, δεδομένων των ρεαλιστικών συνθηκών ωστόσο δίνει ερείσματα για την εμφάνιση αθέμιτων σχέσεων συναλλαγής μεταξύ καθηγητών και φοιτητών. Η εσωτερική αξιολόγηση δεν θα είναι αποτελεσματική παρά σε ένα εντελώς διαφορετικό, αυτόνομο και αυτοδιοίκητο μοντέλο λειτουργίας του πανεπιστημίου.

Η εντατικοποίηση από την άλλη, αποτελεί το προβαλλόμενο πρότυπο για την ατομική ανέλιξη. Το παιδί δέκα ετών που παρακολουθεί μαθήματα δυο ξένων γλωσσών, φροντιστήρια η/υ, ενισχυτική διδασκαλία για τα σχολικά μαθήματα κλπ παρουσιάζεται στην κοινωνία ως το φυσιολογικό-ευτυχισμένο παιδί με τη βέβαιη μελλοντική επιτυχία. Το ίδιο το παιδί στο λύκειο συνεχίζει να έχει μηδενικό προσωπικό χρόνο τρέχοντας αποκλειστικά για την προετοιμασία του στις εξετάσεις, το ίδιο παιδί ως νέος φοιτητής στο πανεπιστήμιο καλείται πλέον να ολοκληρώσει τις σπουδές του όσο πιο γρήγορα με εμπόδια όπως ο περιορισμός στη διάρκεια σπουδών και η δυσκολία των μαθημάτων, μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικών δυσχερειών που ενδεχομένως να τον αναγκάσουν να δουλεύει για να αυτοσυντηρείται. Αυτός ο παραλογισμός του διαρκούς άγχους έχει επικρατήσει να θεωρείται το μέσο για την απόδειξη των προσωπικών ικανοτήτων, όταν στην ουσία τα ατομικά ενδιαφέροντα και ικανότητες μένουν αναξιοποίητα λόγω της εξειδίκευσης και του συγκεκριμένου μοντέλου εργατών που απαιτεί το σύγχρονο σύστημα. Ο άνθρωπος ως παιδί και νέος θρέφει ένα σύστημα το οποίο θα τον θρέψει με τους δικούς του όρους όταν αυτός βγει στην αναζήτηση εργασίας, καθιστώντας τον ένα εξάρτημα στη μηχανή του. Αναπόσπαστο στοιχείο αυτού του μοντέλου είναι ο ανταγωνισμός. Στον ανταγωνισμό η αναγκαιότητα να ξεπεράσει κανείς το διπλανό του μέσα σε αυτές τις συνθήκες περιορισμένων ευκαιριών, οδηγεί σε συμπεριφορές και χρήση αθέμιτων και μη φιλάνθρωπων μέσων. Είναι εντελώς ξεκάθαρο ότι τέτοιες διαδικασίες απλώς βλάπτουν τον κάθε ένα μας ξεχωριστά αλλά και αποτρέπουν από την ευημερία μέσω της συλλογικότητας και τους ευγενούς συναγωνισμού.       Λαμβάνοντας τώρα υπόψη όλα τα παραπάνω καθώς και τη γενικότερη έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί, αντιλαμβανόμαστε τους λόγους που το πανεπιστημιακό άσυλο δαιμονοποιήθηκε, λοιδορήθηκε και εν τέλει καταργήθηκε νομικά. Ο τρόμος της εξουσίας μπροστά στην εν δυνάμει εργατική αυτοοργάνωση είναι αυτός που προπαγανδίζει το άσυλο ως μια συμβολική και παρωχημένη παράδοση, ως ένα διαστρεβλωμένο θεσμό στοχεύοντας στο να αποτρέψει την κοινωνία από το να οικειοποιηθεί το άσυλο. Η απάντησή μας δεν μπορεί να μένει στη θεωρητική υπεράσπισή του αλλά στην άμεση αξιοποίησή του για τη συλλογική μας οργάνωση.

Το πανεπιστήμιο και η κοινωνία βέβαια συνδέονται μέσω μίας αμφίδρομης σχέσης όπως έγινε κατανοητό και επομένως το πρώτο δεν μπορεί να αποκλίνει και να λειτουργεί ανεξάρτητα από το σύστημα που το ορίζει. Και για να γίνουμε αντιληπτοί, θεωρούμε ότι η πανεπιστημιακή εκπαίδευση (και κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης) πρέπει και δεν γίνεται να μην συμβαδίζει με τους κοινωνικούς βηματισμούς που επιτάσσει το κεφάλαιο του οποίου απόρροια είναι η συστημική οικονομική κρίση που βιώνουμε. Η κρίση είναι βαθύτατα ριζωμένη στις αντινομίες του καπιταλισμού και δεν είναι προϊόν μίας λανθασμένης νεοφιλελεύθερης πολιτικής και 300 “άπληστων βουλευτών». Βασίζεται στον κύκλο της εργασίας με την έννοια της παραγωγής και της κατανάλωσης. Και οι επιπτώσεις αυτού στον Ελλαδικό χώρο συμπορεύονται με τις μειώσεις των μισθών και των συντάξεων, κατάργηση επιδομάτων, εργασιακές εφεδρείες και όχι μόνο. Παράλληλα ένα τεράστιο κομμάτι εργαζομένων βιώνει την επισφάλεια στον ιδιωτικό τομέα. Και όταν αναφερόμαστε σε επισφαλή εργασία εννοούμε την νομιμοποίηση των αυθαιρεσιών των αφεντικών, την μαύρη εργασία (πλέον τα ένσημα είναι πιο σπάνια και από συνέλευση του μαθηματικού),  τον σεξισμό στην εργασία, την ανερχόμενη πολυειδίκευση ή την καταπάτηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα  αλλοιώνεται η μορφή των παρεχόμενων αγαθών, του νερού, του ρεύματος και της υγείας. Με απτά παραδείγματα από την Θεσσαλονίκη τα επείγοντα στο νοσοκομείο Λοιμωδών χρεώνονται με 5€ τιμή που ισχύει και στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία του Ε.Σ.Υ. μέτρο που πλήττει τους μετανάστες, τους άνεργους και τους χαμηλά αμειβόμενους. Η Δ.Ε.Η. λειτουργεί σαν εισπράκτορας μέσα από τους λογαριασμούς της  υποχρεώνει να πληρώσουμε και ίσως να πληρώνουμε από δω και στο εξής χαράτσι για τα ακίνητα. Τόσο τα προαναφερθέντα όσο και η αποκρατικοποίηση της Δ.Ε.Υ.Α.Θ. ανοίγουν το δρόμο για περαιτέρω αύξηση των τιμών των -κατά τ’ άλλα- κοινωνικών αγαθών και πλήρεις ιδιωτικοποιήσεις εναπομεινάντων κρατικών επιχειρήσεων(που έχουν απομείνει).

 

Σε αυτήν την πραγματικότητα, ενσαρκώνεται από το πουθενά η κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» που καλεί σε εθνική ενότητα για να «ξεπεράσουμε την κρίση», «να ορθοποδήσουμε εθνικά». Αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας ως υποκείμενα ενός ταξικού αγώνα κόντρα στην εθνική ενότητα αφού δεν θέλουμε να επαναφέρουμε τις προγενέστερες εκμεταλλευτικές σχέσεις-δεν έχουμε τίποτα κοινό με ντόπια και ξένα, μικρά και μεγάλα αφεντικά αντίθετα η συγκυρία προσφέρει εύφορο έδαφος για την δημιουργία σχέσεων αλληλεγγύης μεταξύ των καταπιεσμένων κομματιών. Η εθνική ενότητα ουσιαστικά καλεί σε συμφιλίωση των εκμεταλλευόμενων με τους εκμεταλλευτές και είναι η ταφόπλακα του ταξικού πολέμου που μαίνεται.

Από την δικιά μας πλευρά και ενάντια στις εκκλήσεις εθνικής σωτηρίας, ξεπηδούν καθημερινά αμεσολάβητοι αγώνες σε γειτονιές, χώρους δουλειάς και όχι μόνο, θέτοντας ζητήματα αλληλεγγύης και διεκδίκησης από τα κάτω. Απαντώντας στους κοινωνικούς αγώνες, η αστική δικαιοσύνη κρίνει απεργίες ως παράνομες, δικάζει ανήλικους και αγωνιστές με κατηγορητήρια που παραπέμπουν σε τρομονόμο -για όσους καθησυχάζονταν για το χαρακτήρα και την εφαρμογή του τρομονόμου τότε. Οι μόνες προσλήψεις αφορούν την ενίσχυση των αστυνομικών δυνάμεων με έμφαση στις μονάδες καταστολής με εμφανή δράση σε πορείες και καταλήψεις ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια που ο ανταγωνισμός οξύνεται.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια αντιλαμβανόμαστε το συλλογικό αγώνα ως μόνη λύση αντίστασης κόντρα στον ατομικισμό και τη μιζέρια που υποθάλπει η καπιταλιστική κοινωνία. Αυτή η κοινωνία που μας θέλει ανθρώπους-μηχανές έρμαια της σιωπής και της νωθρότητας, όπου άλλοι αποφασίζουν για εμάς. Τασσόμαστε, έτσι, ενάντια σε κάθε παραταξιακή λογική που στοχεύει στο να πατρονάρει τους αγώνες και λειτουργεί με βάση  μικροπολιτικά συμφέροντα και όχι ταξικά. Τασσόμαστε ενάντια σε κάθε λογική ανάθεσης, σε κάθε εκλογική και συγκεντρωτική διαδικασία που λειτουργεί με αντιπροσώπους αποκλείοντας και αποστρέφοντάς τον κόσμο από την ενασχόληση με τα κοινά. Αντιλαμβανόμαστε ότι οι αποφάσεις πρέπει να παίρνονται από εμάς για εμάς με συνδιαμόρφωση και συνεργασία χωρίς μεσολαβητές –καπηλευτές των εκάστοτε συνθηκών.

Στοχεύουμε, λοιπόν, στη διάδοση μιας κουλτούρας που θα αναδείξει τις οριζόντιες δομές, ξεπερνώντας τους φραγμούς που θέτουν καθοδηγητικές μορφές έκφρασης του συλλογικού αγώνα. Θεωρούμε ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω των γενικών συνελεύσεων στα πλαίσια της σχολής, συνελεύσεων γειτονιών και εργατικών σωματείων. Λειτουργούμε, έτσι, βάσει συνέλευσης με αμεσοδημοκρατικές και αντιιεραρχικές διαδικασίες, χωρίς αντιπροσώπευση και ανάθεση του λόγου και των πράξεών μας. Μακριά από κομματικές γραμμές συγκροτούμαστε με προτάγματα την πολιτική ζύμωση και τη σύγκρουση με οτιδήποτε μας καταπιέζει.

 

ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΖΩΕΣ ΜΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ

 

Ανοιχτή συνέλευση σχήματος:

Κάθε Παρασκευή στις 19:30

 

Αυτόνομο_Σχήμα Μαθηματικού

 


Category : κείμενα

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *